ἔλασα

ἔλᾰσα, [full] ἐλάσασκε, [full] ἐλασαίατο,

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ελάσα — Νησίδα κοντά στη βορειοανατολική ακτή της Κρήτης, περίπου σε απόσταση 2 ναυτικών μιλίων ΝΑ του ακρωτηρίου Σίδερος. Η ψηλότερη κορυφή της έχει ύψος 72 μ. Κατά την εποχή της πειρατείας ήταν ορμητήριο πειρατών. Παλαιότερα την ονόμαζαν Μορένο και… …   Dictionary of Greek

  • ἐλασᾷ — ἐλασᾶς bird masc dat sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απελαύνω — έλασα, ελάθηκα, διώχνω αλλοδαπό μακριά από τη χώρα: Μια δημοκρατική χώρα μόνο για πολύ σοβαρή αιτία αποφασίζει να απελάσει έναν ξένο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐλάσασα — ἐλάσᾱσα , ἐλαύνω drive aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσασαι — ἐλάσᾱσαι , ἐλαύνω drive aor part act fem nom/voc pl (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσασαν — ἐλάσᾱσαν , ἐλαύνω drive aor part act fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσασιν — ἐλάσᾱσιν , ἐλαύνω drive aor part act masc/neut dat pl (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔλασ' — ἔλασι , ἔλασις driving away fem voc sg ἔλασαι , ἐλαύνω drive aor imperat mid 2nd sg ἔλασα , ἐλαύνω drive aor ind act 1st sg (homeric ionic) ἔλασε , ἐλαύνω drive aor ind act 3rd sg (homeric ionic) ἔλασα , λάζω aor ind act 1st sg ἔλασε , λάζω aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Dionysaden — (Διονυσάδες) Die Dionysaden. Gewässer Ägäisches Meer Geographische Lage …   Deutsch Wikipedia

  • Liste griechischer Inseln — Zu Griechenland gehören mehr als 3.000 Inseln, von denen jedoch nur 78 mehr als 100 Einwohner haben. Inhaltsverzeichnis 1 Inseln im Ionischen Meer 1.1 Ionische Inseln 1.1.1 Diapontische Inseln (Διαπόντια νησιά) …   Deutsch Wikipedia

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.